twisting
twis
ˈtwɪs
tvis
ting
tɪng
ting
twinkingtwinningtwirling

Ορισμός και σημασία του "twisting"στα αγγλικά

01

στρέψη, περιστροφή

the act of rotating rapidly 
twisting definition and meaning
02

διαστρέβλωση, στρίψιμο

the act of distorting something so it seems to mean something it was not intended to mean 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twistings
03

στρίψιμο, στρίψιμο με πλήρη δύναμη

with full force 
01

ελιγμούς, κουλουριασμένος

marked by repeated turns and bends 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twisting
συγκριτικός βαθμός
more twisting
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store