Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twisting
01
στρέψη, περιστροφή
the act of rotating rapidly
02
διαστρέβλωση, στρίψιμο
the act of distorting something so it seems to mean something it was not intended to mean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03
στρίψιμο, στρίψιμο με πλήρη δύναμη
with full force
twisting
01
ελιγμούς, κουλουριασμένος
marked by repeated turns and bends
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twisting
συγκριτικός βαθμός
more twisting
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
twisting
twist



























