twerp
twerp
twɜ:p
tvēp
twirp
twirp

Ορισμός και σημασία του "twerp"στα αγγλικά

01

ασήμαντος, μηδαμινός

a person regarded as insignificant, contemptible, or obnoxiously small-time 
Dialectbritish flagBritish
twerp definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
twerps
Παραδείγματα
The boss's nephew is a spoiled twerp who thinks he runs the place. 

Ο ανιψιός του αφεντικού είναι ένα κακομαθημένο ανόητο που νομίζει ότι διευθύνει το μέρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store