twerp
twerp
twɜ:p
tvēp
/twˈɜːp/
twirp

Ορισμός και σημασία του "twerp"στα αγγλικά

01

ασήμαντος, μηδαμινός

a person regarded as insignificant, contemptible, or obnoxiously small-time
Dialectbritish flagBritish
twerp definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twerps
Παραδείγματα
She called the parking attendant a rude twerp after he ticketed her car.
Αποκάλεσε τον υπάλληλο του πάρκινγκ έναν αγενή ηλίθιο αφού της έβαλε κλήση στο αυτοκίνητό της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store