Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tutorship
01
διδασκαλία
the act of teaching one single student, usually by a private teacher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tutorships
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tutorship
tutor



























