tutorship
Pronunciation
/tˈuːɾɚʃˌɪp/

Ορισμός και σημασία του "tutorship"στα αγγλικά

01

διδασκαλία

the act of teaching one single student, usually by a private teacher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tutorships

Λεξικό Δέντρο

tutorship
tutor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store