Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tutor
01
διδάσκαλος, ιδιαίτερος δάσκαλος
a teacher who gives lessons privately to one student or a small group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tutors
Παραδείγματα
She hired a math tutor to help her daughter improve her grades.
Προσέλαβε έναν διδάσκαλο μαθηματικών για να βοηθήσει την κόρη της να βελτιώσει τους βαθμούς της.
02
διδάσκων, καθηγητής
a teacher at a university or college who helps and guides a group of students with their studies
Dialect
British
Παραδείγματα
The tutor helped me understand the complex concepts in the course.
Ο καθηγητής με βοήθησε να καταλάβω τις πολύπλοκες έννοιες του μαθήματος.
to tutor
01
διδάσκω ιδιαίτερα, κάνω φροντιστήριο
to teach a single student or a few students, often outside a school setting
Transitive: to tutor sb in a subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tutor
γ΄ ενικό πρόσωπο
tutors
ενεστώτα μετοχή
tutoring
απλός αόριστος
tutored
παθητική μετοχή
tutored
Παραδείγματα
She decided to tutor her classmates in chemistry to help them prepare for the upcoming exam.
Αποφάσισε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στους συμμαθητές της στη χημεία για να τους βοηθήσει να προετοιμαστούν για την επερχόμενη εξέταση.
02
καθοδηγώ, συνοδεύω
to provide care, guidance, and support to someone
Transitive: to tutor sb
Παραδείγματα
He tutors his elderly neighbor, assisting with daily tasks and providing companionship.
Αυτός διδάσκει τον ηλικιωμένο γείτονά του, βοηθώντας σε καθημερινές εργασίες και προσφέροντας συντροφιά.



























