turret
Pronunciation
/ˈtɝət/, /ˈtɝt/

Ορισμός και σημασία του "turret"στα αγγλικά

01

πυργίσκος, μικρός πύργος

a small tower attached on top of a castle, large building, or wall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turrets
02

πυργίσκος, περιστρεφόμενη πλατφόρμα όπλων

a self-contained weapons platform housing guns and capable of rotation
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store