Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turret
01
πυργίσκος, μικρός πύργος
a small tower attached on top of a castle, large building, or wall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turrets
02
πυργίσκος, περιστρεφόμενη πλατφόρμα όπλων
a self-contained weapons platform housing guns and capable of rotation



























