turner
Pronunciation
/ˈtɝnɝ/

Ορισμός και σημασία του "turner"στα αγγλικά

01

σπάτουλα, αντιστροφέας

a flat kitchen utensil with a long handle used to lift and flip foods, such as pancakes, burgers, and vegetables, while cooking
turner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turners
02

περιστροφέας, ένα από τα δύο άτομα που γυρίζουν το σκοινί για τους παίκτες να πηδήξουν στο παιχνίδι με το σκοινί

one of two persons who swing ropes for jumpers to skip over in the game of jump rope
03

τόρναρης, χειριστής τόρνου

a lathe operator
04

ένας γυμναστής μέλος μιας γυμναστικής εταιρείας, ένας ασκούμενος γυμναστικής σε εταιρεία

a tumbler who is a member of a turnverein
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store