Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn down
01
απορρίπτω, αρνούμαι
to decline an invitation, request, or offer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn down
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns down
ενεστώτα μετοχή
turning down
απλός αόριστος
turned down
παθητική μετοχή
turned down
Παραδείγματα
She turned the job offer down due to conflicting commitments.
Απέρριψε την προσφορά εργασίας λόγω αντιφατικών δεσμεύσεων.
02
χαμηλώνω, μειώνω
to turn a switch on a device so that it makes less sound, heat, etc.
Transitive
Παραδείγματα
Before bed, my mother always turns down the volume of our TV.
Πριν τον ύπνο, η μητέρα μου πάντα χαμηλώνει την ένταση της τηλεόρασής μας.
03
απορρίπτω, αρνούμαι
to reject someone and prevent them from entering a place or becoming a member of a group or organization
Παραδείγματα
She turned the offer back, unimpressed with its terms.
Απέρριψε την προσφορά, χωρίς να εντυπωσιαστεί από τους όρους της.
04
μειώνομαι, πτώση
(of a business or economy) to become less busy or profitable
Παραδείγματα
The manufacturing sector turned down due to supply chain disruptions.
Ο τομέας παραγωγής μειώθηκε λόγω διακοπών στην αλυσίδα εφοδιασμού.
05
καταβάλλω, γέρνω προς τα κάτω
to adjust the position of something by flipping or rotating it downward
Παραδείγματα
The artist turned the canvas down to work on the lower section.
Ο καλλιτέχνης γύρισε τον καμβά προς τα κάτω για να εργαστεί στο κάτω τμήμα.



























