Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turkey
01
γαλοπούλα, δίνεκος
a large bird that has a bald head and is often kept for its meat, especially in the US
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turkeys
Παραδείγματα
The turkey strutted proudly around the farmyard, puffing out its feathers to impress the hens.
Ο γαλοπούλα περπατούσε περήφανα γύρω από την αυλή της φάρμας, φουσκώνοντας τα φτερά της για να εντυπωσιάσει τις κότες.
1.1
γαλοπούλα, κρέας γαλοπούλας
meat of a turkey, eaten as food, especially during holidays like Thanksgiving and Christmas
Παραδείγματα
He smoked a whole turkey and served it with a tangy barbecue sauce.
Επαφή ένα ολόκληρο γαλοπούλα και το σέρβιρε με μια πικάντικη σάλτσα μπάρμπεκιου.
02
ηλίθιος, βλάκας
an inept, foolish, or undesirable person
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
He's a total turkey who can't even boil water without burning it.
Είναι ένας ολοκληρωμένος γαλοπούλα που δεν μπορεί καν να βράσει νερό χωρίς να το κάψει.
03
μια αποτυχία, ένα φιάσκο
a failure, especially a failed film, play, or project
αργκό
Παραδείγματα
The movie was a total turkey – it bombed at the box office.
Η ταινία ήταν ένας αποτυχημένος – ήταν αποτυχία στο box office.
Turkey
01
Τουρκία, η Τουρκία
a country that is mainly in Western Asia with a small part in Southeast Europe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
Παραδείγματα
Many people visit Turkey for its beautiful Mediterranean beaches.
Πολλοί άνθρωποι επισκέπτονται την Τουρκία για τις όμορφες μεσογειακές παραλίες της.



























