turgid
Pronunciation
/ˈtɝdʒɪd/

Ορισμός και σημασία του "turgid"στα αγγλικά

01

φουσκωμένος, πομπώδης

(of speech or writing) using a serious and elevated style that makes it tedious and complicated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most turgid
συγκριτικός βαθμός
more turgid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The legal document was filled with turgid language that made it nearly impossible to understand.
Το νομικό έγγραφο ήταν γεμάτο φουσκωμένη γλώσσα που το έκανε σχεδόν αδύνατο να κατανοηθεί.
02

πρησμένος, φουσκωμένος

unusually swollen, typically due to internal buildup of gas or fluid
Παραδείγματα
The plant 's turgid stems indicated it had absorbed plenty of water.
Οι τουργίδες βλαστοί του φυτού έδειχναν ότι είχε απορροφήσει πολύ νερό.

Λεξικό Δέντρο

turgidly
turgidness
turgid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store