Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tunnel
01
τούνελ, υπόγεια διέλευση
a passage dug through or under a mountain or a structure, typically for cars, trains, people, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tunnels
Παραδείγματα
The subway system includes several tunnels that connect different parts of the city.
Το σύστημα του μετρό περιλαμβάνει πολλά τούννελ που συνδέουν διαφορετικά μέρη της πόλης.
02
φωλιά, τούνελ
a burrow or underground den used as a home by certain animals, such as rabbits or foxes
to tunnel
01
ανοίγω σήραγγα, διαπερνώ σήραγγα
force a way through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tunnel
γ΄ ενικό πρόσωπο
tunnels
ενεστώτα μετοχή
tunneling
απλός αόριστος
tunneled
παθητική μετοχή
tunneled
02
σκάβω, τρυπώ
move through by or as by digging



























