Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tumor
01
όγκος, νεοπλασία
an abnormal mass of diseased cells that serves no function in the body and usually causes medical problems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tumors
LanGeek



























