tumor
tu
ˈtu
του
mor
mɜr
μερρ
/tjˈuːmə/
tumour

Ορισμός και σημασία του "tumor"στα αγγλικά

01

όγκος, νεοπλασία

an abnormal mass of diseased cells that serves no function in the body and usually causes medical problems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tumors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store