tummy
Pronunciation
/ˈtəmi/

Ορισμός και σημασία του "tummy"στα αγγλικά

01

κοιλίτσα, στομάχι

(used especially by children) the stomach or the middle part of the body
tummy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tummies
02

κοιλίτσα, στομάχι

slang for a paunch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store