Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tummy
01
κοιλίτσα, στομάχι
(used especially by children) the stomach or the middle part of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tummies
02
κοιλίτσα, στομάχι
slang for a paunch
LanGeek



























