Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tuition
01
δίδακτρα, σχολική αμοιβή
an amount of money that one pays to receive an education, particularly in a university or college
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tuitions
02
διδασκαλία
the action of teaching something, particularly to one individual or to a small group
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
intuition
tuition



























