tugboat
tug
ˈtʌg
tag
boat
bəʊt
bewt

Ορισμός και σημασία του "tugboat"στα αγγλικά

01

ρυμουλκό, ωθητικό

a powerful small boat designed to pull or push larger ships 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tugboats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store