Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tufted
01
φουντωτός, πουπουλένιος
having a cluster or collection of long, soft, or decorative strands of hair, feathers, or other materials
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tufted
συγκριτικός βαθμός
more tufted
διαβαθμίσιμο
02
φουντωτός, διακοσμημένος με φούντες
having or adorned with tufts
03
μεγαλώνει σε μικρούς πυκνούς θύσακους, θυσανωτός
(of plants) growing in small dense clumps or tufts
Λεξικό Δέντρο
untufted
tufted



























