tufted
tuf
ˈtʌf
taf
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "tufted"στα αγγλικά

01

φουντωτός, πουπουλένιος

having a cluster or collection of long, soft, or decorative strands of hair, feathers, or other materials 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tufted
συγκριτικός βαθμός
more tufted
διαβαθμίσιμο
02

φουντωτός, διακοσμημένος με φούντες

having or adorned with tufts 
03

μεγαλώνει σε μικρούς πυκνούς θύσακους, θυσανωτός

(of plants) growing in small dense clumps or tufts 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store