Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tuck in
01
τυλίγω, προετοιμάζω για ύπνο άνετα
to make someone comfortable in bed, typically by arranging the sheets and blankets around them
Παραδείγματα
She tucked the child in and kissed him goodnight.
Αυτή συνέταξε το παιδί στο κρεβάτι και το φίλησε για καληνύχτα.
02
απολαμβάνω το φαγητό, ρίχνομαι στο φαγητό
to eat with enthusiasm and hearty appetite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
tuck
ενεστώτας
tuck in
γ΄ ενικό πρόσωπο
tucks in
ενεστώτα μετοχή
tucking in
απλός αόριστος
tucked in
παθητική μετοχή
tucked in
Παραδείγματα
With the Thanksgiving feast spread out before them, everyone eagerly grabbed their forks, ready to tuck in and enjoy the abundance of delicious dishes.
Με το γιορτινό γεύμα της Ημέρας των Ευχαριστιών απλωμένο μπροστά τους, όλοι άρπαξαν με ενθουσιασμό τα πιρούνια τους, έτοιμοι να ριχτούν και να απολαύσουν την αφθονία των νόστιμων πιάτων.
03
χώνω, μπάζω
to insert clothing into another piece of clothing so it fits neatly
Παραδείγματα
He tucked his shirt in before the interview.



























