Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tubercular
01
φυματικός, φυματιώδης
a person with pulmonary tuberculosis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tuberculars
tubercular
01
φυματικός, φυματιώδης
relating to or suffering from tuberculosis, a severe and contagious infection that mainly affects one's lungs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
κονδυλώδης, φυματικός
pertaining to or of the nature of a normal tuberosity or tubercle
03
φυματικός, φυματιώδης
characterized by the presence of tuberculosis lesions or tubercles
04
φυματικός, προσβεβλημένος από φυματίωση
constituting or afflicted with or caused by tuberculosis or the tubercle bacillus



























