Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to try for
[phrase form: try]
01
προσπαθώ, αγωνίζομαι
to make an effort to achieve something or succeed at a particular goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
try
ενεστώτας
try for
γ΄ ενικό πρόσωπο
tries for
ενεστώτα μετοχή
trying for
απλός αόριστος
tried for
παθητική μετοχή
tried for
Παραδείγματα
The researchers are trying for breakthroughs in medical science.
Οι ερευνητές προσπαθούν να επιτύχουν ανακάλυψες στην ιατρική επιστήμη.



























