Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to try for
01
προσπαθώ, αγωνίζομαι
to make an effort to achieve something or succeed at a particular goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
try
ενεστώτας
try for
γ΄ ενικό πρόσωπο
tries for
ενεστώτα μετοχή
trying for
απλός αόριστος
tried for
παθητική μετοχή
tried for
Παραδείγματα
He is trying for a healthier lifestyle by incorporating exercise into his routine.
Προσπαθεί για έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής ενσωματώνοντας την άσκηση στη ρουτίνα του.



























