Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to truncate
01
περικόπτω, κοντύνω
to cut something short in length or duration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
truncate
γ΄ ενικό πρόσωπο
truncates
ενεστώτα μετοχή
truncating
απλός αόριστος
truncated
παθητική μετοχή
truncated
02
περικόπτω, κοντύνω
approximate by ignoring all terms beyond a chosen one
03
περικόπτω, κόβω
replace a corner by a plane
truncate
01
κομμένος, περικομμένος
terminating abruptly by having or as if having an end or point cut off
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most truncate
συγκριτικός βαθμός
more truncate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
truncated
truncation
truncate



























