to truncate
Pronunciation
/ˈtɹəŋˌkeɪt/

Ορισμός και σημασία του "truncate"στα αγγλικά

to truncate
01

περικόπτω, κοντύνω

to cut something short in length or duration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
truncate
γ΄ ενικό πρόσωπο
truncates
ενεστώτα μετοχή
truncating
απλός αόριστος
truncated
παθητική μετοχή
truncated
02

περικόπτω, κοντύνω

approximate by ignoring all terms beyond a chosen one
03

περικόπτω, κόβω

replace a corner by a plane
01

κομμένος, περικομμένος

terminating abruptly by having or as if having an end or point cut off
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most truncate
συγκριτικός βαθμός
more truncate
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

truncated
truncation
truncate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store