Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Truculence
01
τραχύτητα, εχθρική ανυποταξία
a hostile, aggressive attitude marked by a refusal to cooperate or submit
Παραδείγματα
Years of mistreatment had fueled the worker 's truculence toward management.
Χρόνια κακομεταχείρισης είχαν τροφοδοτήσει την επιθετικότητα του εργαζομένου απέναντι στη διοίκηση.
Λεξικό Δέντρο
truculency
truculence
trucul



























