Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Truant
01
απών μαθητής χωρίς άδεια, μαθητής που απουσιάζει χωρίς άδεια
a student who does not have permission for not attending school
Παραδείγματα
Being truant can lead to serious academic consequences and disciplinary actions.
Το να είσαι απούσα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ακαδημαϊκές συνέπειες και πειθαρχικές ενέργειες.
02
απούσα, αποφεύγων τις υποχρεώσεις
a person who neglects or avoids their duties or responsibilities
Παραδείγματα
He was known as a truant from civic participation.
Ήταν γνωστός ως κοπάνος από την πολιτική συμμετοχή.
truant
01
αδικαιολόγητα απών, παραβάτης
absent from duty or attendance without permission or valid reason
Παραδείγματα
Truant workers were reported to the supervisor.
Οι αδικαιολόγητα απώντες εργαζόμενοι αναφέρθηκαν στον επόπτη.
Λεξικό Δέντρο
truancy
truant



























