Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trope
01
τροπή, ρητορική φιγούρα
a common or recurring theme, motif, or device that is used in literature, art, or other forms of creative expression
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tropes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tropism
trope



























