troglodyte
trog
ˈtrɒg
τρογκ
lo
λα
dyte
daɪt
νταιτ

Ορισμός και σημασία του "troglodyte"στα αγγλικά

01

σπηλαιάνθρωπος, πρωτόγονος

a person regarded as ignorant, primitive, or resistant to basic social norms 
troglodyte definition and meaning
προσβλητικό
Παραδείγματα
He called them troglodytes for rejecting the idea outright. 

Τους αποκάλεσε τρογλοδύτες επειδή απέρριψαν την ιδέα κατευθείαν.

02

σπηλαιώτης, τρογλοδύτης

someone who lives in a cave 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
troglodytes
03

ερημίτης, αναχωρητής

one who lives in solitude 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store