tripping
tri
ˈtrɪ
tri
pping
pɪng
ping
triplingtrappingtrumping

Ορισμός και σημασία του "tripping"στα αγγλικά

01

ευκίνητος, ελαφρύς

moving easily and quickly; nimble 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tripping
συγκριτικός βαθμός
more tripping
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, agility, performance
02

ρυθμικό, ζωηρό

characterized by a buoyant rhythm 
03

σε τριπ, στουκωμένος

experiencing hallucinations or altered perception from psychedelics such as LSD, mushrooms, or similar drugs 
αργκό
Παραδείγματα
She was tripping hard after taking those tabs. 

Ταξίδευε πολύ έντονα αφού πήρε αυτά τα χάπια.

01

σκόνταγμα, πράξη που προκαλεί πτώση

(hockey) the act of using one's stick or body to cause an opponent to fall or stumble 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Tripping is against the rules in hockey. 

Το σκόνταγμα είναι ενάντια στους κανόνες στο χόκεϊ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

trippingly
tripping
trip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store