Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tripping
01
ευκίνητος, ελαφρύς
moving easily and quickly; nimble
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tripping
συγκριτικός βαθμός
more tripping
διαβαθμίσιμο
02
ρυθμικό, ζωηρό
characterized by a buoyant rhythm
03
σε τριπ, στουκωμένος
experiencing hallucinations or altered perception from psychedelics such as LSD, mushrooms, or similar drugs
αργκό
Παραδείγματα
She was tripping hard after taking those tabs.
Ταξίδευε πολύ έντονα αφού πήρε αυτά τα χάπια.
Tripping
01
σκόνταγμα, πράξη που προκαλεί πτώση
(hockey) the act of using one's stick or body to cause an opponent to fall or stumble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Tripping is against the rules in hockey.
Το σκόνταγμα είναι ενάντια στους κανόνες στο χόκεϊ.
Λεξικό Δέντρο
trippingly
tripping
trip



























