Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tripper
01
αδέξιος, αφηρημένος
a person viewed as clumsy, foolish, or prone to stupid mistakes
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
She called herself a tripper after the spill.
Αυτοαποκαλέστηκε αδέξια μετά το χύσιμο.
02
ενεργοποιητής, διακόπτης
a catch mechanism that acts as a switch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trippers
03
τουρίστας, επισκέπτης
a tourist who is visiting sights of interest
04
άτομο που σκοντάφτει, πεζός που σκοντάφτει
a walker or runner who trips and almost falls
05
τρίπερ, παραισθησιοβόλος
(slang) someone who has taken a psychedelic drug and is undergoing hallucinations
Λεξικό Δέντρο
tripper
trip



























