Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trident
01
τρίδεντο, τρίαινα
a three-pronged spear or fork, historically used for fishing and hunting but also associated with various mythological gods and figures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tridents



























