tricycle
tri
traɪ
trai
cy
saɪ
sai
cle
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "tricycle"στα αγγλικά

01

τρίκυκλο, ποδήλατο με τρεις τροχούς

a vehicle with three wheels that is typically ridden by children and has pedals and handlebars for steering 
tricycle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tricycles
Παραδείγματα
My little brother loves riding his tricycle around the yard every afternoon. 

Ο μικρός μου αδερφός λατρεύει να οδηγεί το τρίκυκλό του στον κήπο κάθε απόγευμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tricycle
cycle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store