Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trick
01
κόλπο, μαγεία
an act performed to amuse people who might consider it magical
02
κόλπο, εξαπάτηση
something that is done to deceive someone else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tricks
Παραδείγματα
The magician performed an impressive card trick that left the audience in awe.
Ο μάγος έκανε ένα εντυπωσιακό τρικ με χαρτιά που άφησε το κοινό κατάπληκτο.
03
αστείο, κόλπο
a ludicrous or grotesque act done for fun and amusement
04
κόλπο, παγίδα
an attempt to get you to do something foolish or imprudent
05
βάρδια, υπηρεσία
a period of work or duty
06
κόλπο, γύρος
a group of cards played in a single round, typically one card played by each player in turn according to the rules of the game
07
πελάτης μιας πόρνης, πελάτης
a prostitute's customer
08
κόλπο, δεξιοτεχνία
a skillful action or move, often done to show ability or entertain
Παραδείγματα
The dog amazed everyone with a trick where it balanced a ball on its nose.
Ο σκύλος έκπληξε όλους με ένα τρικ όπου ισορρόπησε μια μπάλα στη μύτη του.
to trick
01
εξαπατώ, γελώ
to deceive a person so that they do what one wants
Transitive: to trick sb into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trick
γ΄ ενικό πρόσωπο
tricks
ενεστώτα μετοχή
tricking
απλός αόριστος
tricked
παθητική μετοχή
tricked
Παραδείγματα
He tricked his brother into giving him the last piece of cake by pretending it was his birthday.
Εξαπάτησε τον αδελφό του να του δώσει το τελευταίο κομμάτι του κέικ προσποιούμενος ότι ήταν τα γενέθλιά του.
Λεξικό Δέντρο
overtrick
trickery
tricky
trick



























