tribunal
tri
traɪ
trai
bu
ˈbju:
byoo
nal
nəl
nēl
trigonal

Ορισμός και σημασία του "tribunal"στα αγγλικά

01

δικαστήριο, σώμα ενόρκων

a group of certified people who are chosen to examine legal problems at the court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tribunals
Παραδείγματα
He awaited the tribunal’s verdict on his appeal. 

Περίμενε την απόφαση του δικαστηρίου για την έφεσή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store