tress
tress
trɛs
tres
trusstrews

Ορισμός και σημασία του "tress"στα αγγλικά

01

τούφα, πλεξούδα

a long strand of a woman's hair, sometimes braided 
tress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tresses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store