Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trespasser
01
εισβολέας, παραβάτης ιδιοκτησίας
a person who enters someone's property without permission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trespassers
Παραδείγματα
Security cameras helped identify the trespasser who unlawfully entered the restricted area.
Οι κάμερες ασφαλείας βοήθησαν στον εντοπισμό του εισβολέα που εισήλθε παράνομα στην περιοχή με περιορισμένη πρόσβαση.
Λεξικό Δέντρο
trespasser
trespass



























