trespasser
tres
ˈtrɛs
tres
pa
sser
sər
sēr
/tɹˈɛspəsɐ/

Ορισμός και σημασία του "trespasser"στα αγγλικά

01

εισβολέας, παραβάτης ιδιοκτησίας

a person who enters someone's property without permission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trespassers
Παραδείγματα
Security cameras helped identify the trespasser who unlawfully entered the restricted area.
Οι κάμερες ασφαλείας βοήθησαν στον εντοπισμό του εισβολέα που εισήλθε παράνομα στην περιοχή με περιορισμένη πρόσβαση.

Λεξικό Δέντρο

trespasser
trespass
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store