Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trend line
01
γραμμή τάσης, γραμμή τάσεως
a straight line drawn through a set of data points on a graph to represent the general direction or pattern of the data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trend lines
Παραδείγματα
The trend line in the time series data pointed to a seasonal pattern in sales.
Η γραμμή τάσης στα δεδομένα χρονοσειρών έδειχνε ένα εποχικό μοτίβο στις πωλήσεις.



























