Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trenchant
01
κοφτερός, σαφής
clearly defined or sharply outlined, like the distinct boundaries between two ideas or concepts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trenchant
συγκριτικός βαθμός
more trenchant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The trenchant division between their political ideologies was evident in every debate they had.
Η αποφασιστική διαίρεση μεταξύ των πολιτικών ιδεολογιών τους ήταν εμφανής σε κάθε συζήτηση που είχαν.
02
δριμύς, αποτελεσματικός
expressing something in a forceful, effective, and clear manner
Παραδείγματα
Her trenchant analysis revealed the flaws in the plan.
Η οξεία ανάλυσή της αποκάλυψε τα ελαττώματα του σχεδίου.
Λεξικό Δέντρο
trenchantly
trenchant
trench



























