Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trenchant
01
κοφτερός, σαφής
clearly defined or sharply outlined, like the distinct boundaries between two ideas or concepts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trenchant
συγκριτικός βαθμός
more trenchant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The author 's trenchant writing style made her arguments clear and easily understandable to readers.
Το κοφτερό στυλ γραφής της συγγραφέως έκανε τα επιχειρήματά της ξεκάθαρα και εύκολα κατανοητά για τους αναγνώστες.
02
δριμύς, αποτελεσματικός
expressing something in a forceful, effective, and clear manner
Παραδείγματα
The speech was filled with trenchant observations on the state of politics.
Η ομιλία ήταν γεμάτη με οξείς παρατηρήσεις για την κατάσταση της πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
trenchantly
trenchant
trench



























