trembles
trem
ˈtrɛm
trem
bles
bəlz
bēlz

Ορισμός και σημασία του "trembles"στα αγγλικά

01

τρεμούλιασμα, ο τρόμος

a condition in livestock caused by eating toxic plants, resulting in trembling and muscle weakness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trembles
Παραδείγματα
The farmer recognized the signs of trembles in the sheep after they grazed on toxic plants. 

Ο αγρότης αναγνώρισε τα σημάδια τρεμούλας στα πρόβατα αφού βόσκηθηκαν σε τοξικά φυτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store