Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trellis
01
πλέγμα, καλαθόσχημο
a framework made of metal or wood bars for supporting climbing plants or fruit trees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trellises
to trellis
01
εκπαιδεύω σε πλέγμα, αναρριχώμαι σε πλέγμα
train on a trellis, as of a vine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trellis
γ΄ ενικό πρόσωπο
trellises
ενεστώτα μετοχή
trellising
απλός αόριστος
trellised
παθητική μετοχή
trellised



























