trellis
Pronunciation
/ˈtɹɛɫəs/

Ορισμός και σημασία του "trellis"στα αγγλικά

01

πλέγμα, καλαθόσχημο

a framework made of metal or wood bars for supporting climbing plants or fruit trees
trellis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trellises
to trellis
01

εκπαιδεύω σε πλέγμα, αναρριχώμαι σε πλέγμα

train on a trellis, as of a vine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trellis
γ΄ ενικό πρόσωπο
trellises
ενεστώτα μετοχή
trellising
απλός αόριστος
trellised
παθητική μετοχή
trellised
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store