trekker
Pronunciation
/tɹˈɛkɚ/

Ορισμός και σημασία του "trekker"στα αγγλικά

01

πεζοπόρος, ταξιδιώτης

a traveler who makes a long arduous journey (as hiking through mountainous country)
trekker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trekkers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store