Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tree line
01
όριο δέντρων, γραμμή δέντρων
line marking the upper limit of tree growth in mountains or northern latitudes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tree lines



























