treatise
Pronunciation
/ˈtritɪs/

Ορισμός και σημασία του "treatise"στα αγγλικά

01

πραγματεία, διατριβή

a long and formal piece of writing about a specific subject
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
treatises
Παραδείγματα
The medical researcher authored a treatise on infectious diseases, detailing new treatments and prevention methods.
Ο ιατρικός ερευνητής συνέγραψε μια πραγματεία για τις λοιμώδεις ασθένειες, αναλύοντας νέες θεραπείες και μεθόδους πρόληψης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store