Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traveler's check
01
ταξιδιωτική επιταγή, επιταγή ταξιδιώτη
a preprinted, fixed-amount check used as a form of payment while traveling, often replaceable if lost or stolen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traveler's checks
Παραδείγματα
She exchanged traveler's checks at the bank for local currency.
Έκανε ανταλλαγή ταξιδιωτικών επιταγών στην τράπεζα για τοπικό νόμισμα.



























