to travel along
tra
ˈtræ
trā
vel
vəl
vēl
a
ə
ē
long
lɒng
long

Ορισμός και σημασία του "travel along"στα αγγλικά

to travel along
01

ταξιδεύω κατά μήκος, ακολουθώ μια συγκεκριμένη διαδρομή

travel along a certain course 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
travel
ενεστώτας
travel along
γ΄ ενικό πρόσωπο
travels along
ενεστώτα μετοχή
traveling along
απλός αόριστος
traveled along
παθητική μετοχή
traveled along

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store