Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trapezoid
01
τραπέζιο, τραπεζοειδές
(geometry) a flat shape with four flat sides, two of which are parallel
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trapezoids
02
τραπεζοειδές, τραπεζοειδές οστό
the wrist bone between the trapezium and the capitate bones
Λεξικό Δέντρο
trapezoidal
trapezoid



























