Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Birthmark
01
σημάδι γεννήσεως, αγγείωμα
a brownish or reddish mark that some people have on their skin since they are born
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birthmarks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
birthmark
birth
mark



























