Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transpose
01
μεταθέτω, αλλάζω τη σειρά
to alter the position, arrangement, or sequence of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
transposes
ενεστώτα μετοχή
transposing
απλός αόριστος
transposed
παθητική μετοχή
transposed
Παραδείγματα
The teacher asked the students to transpose the sentences in logical order.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να μεταθέσουν τις προτάσεις σε λογική σειρά.
02
μεταφέρω, μετατοπίζω
to move something from one location, context, or period to another
Παραδείγματα
The story transposes a medieval tale into a modern setting.
Η ιστορία μεταφέρει ένα μεσαιωνικό παραμύθι σε μια σύγχρονη ρύθμιση.
03
μεταφέρω, αλλάζω τον τόνο
to shift a musical piece or passage from one key to another
Παραδείγματα
The pianist transposed the sonata from C major to G major.
Ο πιανίστας μετέφερε τη σονάτα από ντο μείζονα σε σολ μείζονα.
04
μεταφέρω, μεταθέτω
to move a term from one side of an equation to the other, reversing its sign to maintain equality
Παραδείγματα
In the equation x + 3 = 7, transposing 3 gives x = 7 − 3.
Στην εξίσωση x + 3 = 7, η μεταφορά του 3 δίνει x = 7 − 3.
Transpose
01
ανάστροφος, ανάστροφος πίνακας
a matrix obtained by swapping the rows and columns of another matrix
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
transposes
Παραδείγματα
The transpose of a 2×3 matrix is a 3×2 matrix.
Η ανάστροφος ενός πίνακα 2×3 είναι ένας πίνακας 3×2.
Λεξικό Δέντρο
transposed
transposition
transpose



























