Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to translocate
01
μετακινώ, μεταφέρω
move from one place to another, especially of wild animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
translocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
translocates
ενεστώτα μετοχή
translocating
απλός αόριστος
translocated
παθητική μετοχή
translocated
02
μετατοπίζω, μεταφέρω ένα χρωμοσωμικό τμήμα
transfer (a chromosomal segment) to a new position
Λεξικό Δέντρο
translocation
translocate



























