translocate
trans
træns
τραινσ
lo
loʊ
λου
cate
ˈkeɪt
κειτ
/tɹansləʊkˈeɪt/

Ορισμός και σημασία του "translocate"στα αγγλικά

to translocate
01

μετακινώ, μεταφέρω

move from one place to another, especially of wild animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
translocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
translocates
ενεστώτα μετοχή
translocating
απλός αόριστος
translocated
παθητική μετοχή
translocated
02

μετατοπίζω, μεταφέρω ένα χρωμοσωμικό τμήμα

transfer (a chromosomal segment) to a new position
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store