Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Translator
01
μεταφραστής, μεταφράστρια
someone whose job is to change written or spoken words from one language to another
Παραδείγματα
She works as a freelance translator, translating documents from English to Spanish.
Δουλεύει ως ελεύθερη επαγγελματίας μεταφράστρια, μεταφράζοντας έγγραφα από τα Αγγλικά στα Ισπανικά.
02
μεταφραστής, πρόγραμμα μετάφρασης
a program that translates one programming language into another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
translators
03
μεταφραστής, μεταφράστρια
a person who translates written messages from one language to another
Λεξικό Δέντρο
translator
translate
transl



























