Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transcontinental
/ˌtɹænzˌkɑnɪˈnɛnəɫ/, /ˌtɹænzˌkɑnɪˈnɛntəɫ/, /ˌtɹænzˌkɑntɪˈnɛnəɫ/, /ˌtɹænzˌkɑntɪˈnɛntəɫ/
transcontinental
01
διηπειρωτικός, transηπειρωτικός
extending across a continent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























