Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Transcendence
01
υπέρβαση, διαπερνώντας
a state of existing beyond the bounds of physical or material experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He sought transcendence in nature, far from the city's distractions.
Αναζητούσε τη υπέρβαση στη φύση, μακριά από τις διασπάσεις της πόλης.
02
υπέρβαση, ανωτερότητα
the condition of exceeding ordinary limits or surpassing what is usual
Παραδείγματα
The invention demonstrates transcendence of traditional design.
Η εφεύρεση αποδεικνύει τη υπέρβαση του παραδοσιακού σχεδιασμού.
Λεξικό Δέντρο
transcendency
transcendence
transcend



























