transcendence
Pronunciation
/tɹænˈsɛndəns/

Ορισμός και σημασία του "transcendence"στα αγγλικά

01

υπέρβαση, διαπερνώντας

a state of existing beyond the bounds of physical or material experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He sought transcendence in nature, far from the city's distractions.
Αναζητούσε τη υπέρβαση στη φύση, μακριά από τις διασπάσεις της πόλης.
02

υπέρβαση, ανωτερότητα

the condition of exceeding ordinary limits or surpassing what is usual
Παραδείγματα
The invention demonstrates transcendence of traditional design.
Η εφεύρεση αποδεικνύει τη υπέρβαση του παραδοσιακού σχεδιασμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store