Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Transcendence
01
υπέρβαση, διαπερνώντας
a state of existing beyond the bounds of physical or material experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Meditation helped her achieve a sense of transcendence beyond everyday concerns.
Ο διαλογισμός τη βοήθησε να επιτύχει μια αίσθηση υπέρβασης πέρα από τις καθημερινές ανησυχίες.
02
υπέρβαση, ανωτερότητα
the condition of exceeding ordinary limits or surpassing what is usual
Παραδείγματα
His performance showed transcendence over all previous records.
Η απόδοσή του έδειξε υπέρβαση σε όλα τα προηγούμενα ρεκόρ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
transcendency
transcendence
transcend



























