Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trance
01
έκσταση, κατάσταση έκστασης
an altered state of consciousness characterized by focused attention, deep relaxation, and heightened suggestibility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trances
Παραδείγματα
During the therapy session, she entered a trance for relaxation.
Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής συνεδρίας, μπήκε σε έκσταση για χαλάρωση.
02
έκσταση, κατάσταση έκστασης
a mental state characterized by a fragile consciousness and reduced ability for voluntary action, often resembling a deep sleep
Παραδείγματα
After hours of intense focus, she slipped into a trance-like state of deep concentration.
Μετά από ώρες έντονης συγκέντρωσης, έπεσε σε μια κατάσταση έκστασης, μια βαθιά συγκέντρωση που μοιάζει με ύπνο.
to trance
01
γοητεύω, μαγεύω
attract; cause to be enamored
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trance
γ΄ ενικό πρόσωπο
trances
ενεστώτα μετοχή
trancing
απλός αόριστος
tranced
παθητική μετοχή
tranced
Λεξικό Δέντρο
semitrance
trancelike
trance



























