Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to traduce
01
συκοφαντώ, δυσφημίζω
to slander or defame someone by spreading false or malicious statements about them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
traduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
traduces
ενεστώτα μετοχή
traducing
απλός αόριστος
traduced
παθητική μετοχή
traduced
Παραδείγματα
The politician attempts to traduce his opponent by spreading false rumors about their personal life.
Ο πολιτικός προσπαθεί να δυσφημίσει τον αντίπαλό του διαδίδοντας ψευδείς φήμες για την προσωπική του ζωή.
Λεξικό Δέντρο
traducement
traducer
traduce



























